Η εγκυμοσύνη προκαλεί κιρσούς – Αλήθεια ή μύθος;

Η εγκυμοσύνη θεωρείται ένας από τους βασικούς παράγοντες για τη δημιουργία κιρσών στα πόδια των γυναικών.

Στο κόσμο επικρατεί η άποψη ότι οι κιρσοι προκαλούνται εξαιτίας της πίεσης που ασκεί το έμβρυο στις φλέβες της πυέλου.

Τι συμβαίνει όμως πραγματικά στον οργανισμό της εγκύου και τι επιβαρύνει την φλεβική κυκλοφορία κατά τη διάρκεια της κύησης.

Γιατί εμφανίζονται στην εγκυμοσυνη;

Ο βασικός λόγος για την εμφάνιση παθολογικών φλεβών στα πόδια των εγκύων, είναι η πολύ μεγάλη αύξηση των γυναικείων ορμονών, κυρίως των οιστρογόνων, αλλά και της προγεστερόνης.

Η εμφάνιση των κιρσών μπορεί να συμβεί από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες της εγκυμοσύνης.

Οι ορμόνες αυτές, που εκκρίνονται για να διασταλεί εύκολα η μήτρα, διαστέλλουν και τα αγγεία του σώματος.

Θα είναι ικανά έτσι να δεχτούν την αύξηση του όγκου του αίματος που θα γίνει προς το τέλος της εγκυμοσύνης.

Έτσι, οι φλέβες των ποδιών διαστέλλονται πολύ και για τον λόγο αυτό παρατηρούμε συχνά, από το πρώτο κιόλας μήνα, να επιδεινώνονται τα φλεβικά προβλήματα που προϋπάρχουν στα πόδια της εγκύου.

Από το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, συχνά παρατηρούμε να εμφανίζονται κιρσοί και ευρυαγγείες στα πόδια γυναικών που δεν είχαν κανένα φλεβικό πρόβλημα μέχρι τότε.

Πριν από πολλά χρόνια, όταν δεν υπήρχαν γυναικολόγοι και τεστ εγκυμοσύνης, οι γυναίκες καταλάβαιναν ότι είναι έγκυες από την καθυστέρηση της περιόδου και την ξαφνική επιδείνωση των φλεβικών τους προβλημάτων.

Ένας άλλος σημαντικός λόγος για την εμφάνιση κιρσών είναι επίσης η αύξηση του όγκου του αίματος στον οργανισμό της γυναίκας.

Στο τρίτο τρίμηνο κύησης αυξάνεται ο όγκος του αίματος που κυκλοφορεί στο σώμα της εγκύου κατά 40%.

Το μεγαλύτερο μέρος του αίματος που κυκλοφορεί αποθηκεύεται στις φλέβες των ποδιών, που έτσι κι αλλιώς αποτελούν δεξαμενές αποθήκευσης φλεβικού αίματος.

Τέλος, στη διάρκεια της εγκυμοσύνης αυξάνεται πολύ ο όγκος της μήτρας, λόγω του εμβρύου, ειδικά στο τρίτο τρίμηνο.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να πιέζονται τα μεγάλα φλεβικά αγγεία του σώματος, που βρίσκονται στο πίσω μέρος της κοιλιάς.

Με τον τρόπο αυτό η επιστροφή του φλεβικού αίματος των ποδιών δυσκολεύεται αρκετά.

Τι πρέπει να γνωρίζει η έγκυος

Οι γυναίκες που έχουν προδιάθεση για την εμφάνιση κιρσών είναι πιθανό να εκδηλώσουν την πάθηση κατά τη διάρκεια της κύησης.

Η κατάσταση της φλεβικής κυκλοφορίας βελτιώνεται εντυπωσιακά όταν η γυναίκα γεννήσει το παιδί της.

Η βελτίωση αυτή ξεκινά την επομένη ημέρα μετά το τοκετό, είναι πολύ σημαντική τον πρώτο μήνα και συνεχίζει για όλο το πρώτο τρίμηνο.

Είναι δυνατόν να ελαττωθεί η έκταση και η ένταση των προβλημάτων που προέκυψαν στη διάρκεια της εγκυμοσύνης έως και 70%.

Οι κιρσοί όμως, τείνουν να επιδεινώνονται και η φλεβική κυκλοφορία να επιβαρύνεται σε κάθε εγκυμοσύνη που ακολουθεί.

Είναι πιθανό τότε τα συμπτώματα να γίνονται πιο έντονα και ο κίνδυνος εμφάνισης επιπλοκών μεγαλύτερος.

Η εγκυμοσυνη είναι μία περίοδος που οι κίνδυνοι φλεβικών θρομβώσεων είναι αυξημένοι, ιδιαίτερα την ώρα του τοκετού και τις πρώτες ημέρες μετά από αυτόν.

Πότε συνιστάται να θεραπεύονται;

Η θεραπεία των κιρσών δεν συστήνεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της γυναίκας.

Η καταλληλότερη στιγμή για πολλά περιστατικά είναι από 2 έως 3 μήνες μετά τον τοκετό, όταν η επίδραση της κύησης στις φλέβες έχει εξαφανιστεί.

Σήμερα πλέον συστήνεται η ενδοαυλική θεραπεία των κιρσών.

Αναλόγως με το μέγεθος των κιρσών και την εμπειρία και εξοικείωση του ιατρού, μπορεί να εφαρμοστεί:

  • είτε η υπερηχογραφικά κατευθυνόμενη σκληροθεραπεία με αφρό,
  • είτε η καταστροφή της φλέβας με τη χρήση ενδοφλεβικού Laser, ή Ραδιοσυχνοτήτων.

Είναι δυνατόν να εφαρμοστεί και η μέθοδος της ενδοφλεβικής κόλλας.

Όλες αυτές οι μέθοδοι είναι σύγχρονες, ασφαλείς και ανώδυνες.

Προσφέρουν αισθητικά άρτια αποτελέσματα και η ασθενής επιστρέφει σε σύντομο χρόνο στις καθημερινές της δραστηριότητες.

Η πρόληψη σε κάθε περίπτωση συνιστά την καλύτερη θεραπεία.

Το όφελος της θεραπείας πριν από μία πιθανή εγκυμοσύνη είναι σημαντικό και εξασφαλίζει καλύτερη ποιότητα ζωής κατά τη διάρκεια της κύησης.

Ελαχιστοποιείται δε, η πιθανότητα εμφάνισης επιπλοκών εξαιτίας προβλημάτων στη φλεβική κυκλοφορία των κάτω άκρων.